Δεν αντέχει σε λογισμούς αμφιβολίας πως στις 29 Μαΐου 1453 συντέθηκε η πιο θλιβερή σελίδα της εθνικής, αλλά και της πνευματικής μας ιστορίας. Η Κωνσταντινούπολη και μαζί μ’ αυτήν ο ελληνικός πολιτισμός και η ελευθερία της ορθόδοξης σκέψης ενταφιάζονταν κάτω από την οθωμανική τέφρα.
Η Βασιλεύουσα, η Πόλη, «το Κέντρο του Φωτός» έγινε η έδρα της θηριωδίας, της αμάθειας, του σκότους και κάθε μεγαλοπρεπούς ασχημοσύνης. Η μουσουλμανική καταιγίδα σάρωσε χωρίς οίκτο κάθε εστία πνευματικής θαλπωρής, σε μια ανιστόρητη προσπάθεια καταστροφής του πατρογονικού πολιτισμικού μας πλούτου, ενώ ταυτόχρονα η δυτική λογιοσύνη ασελγούσε πάνω στο πτώμα της Ανατολής, χωρίς ενδοιασμούς, αναστολές και ηθικές ανασχέσεις, κατακλέβοντας κάθε υλικό και πνευματικό δημιούργημά της, κυρίως μετά την επαίσχυντη λεηλασία του 1204 από τους σταυροφόρους.
Ωστόσο όπως η Αθήνα κατάκτησε τη βάρβαρη Ρώμη στην αρχαιότητα έτσι το μεγαλείο και η κληρονομιά, το φως του Βυζαντίου έφερε την Αναγέννηση στη Δύση, σφραγίζοντας ανεξίτηλα την πολιτισμική, κοινωνική, οικονομική εξέλιξή της, σηματοδοτώντας το περιεχόμενο της παγκόσμιας ιστορίας.
Ό,τι συνέβη στην ιστορία της ανθρωπότητας μετά το Βυζάντιο και την πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε πάντοτε και παραμένει συνεχώς στο επίκεντρο των παγκόσμιων πολιτικών, θρησκευτικών, πνευματικών και κοινωνικών ζυμώσεων, οι οποίες εντείνονται σήμερα με προοπτική τις σύγχρονες αναζητήσεις, που συνήθως είναι αντιφατικές για την ανασύνθεση της ταυτότητας της Ενωμένης Ευρώπης.
Σ’ αυτές όμως τις αναζητήσεις και στο όνομα της όποιας νεωτερικότητας και της μεταμοντέρνας ιστορικής ανάλυσης και έρευνας, δυστυχώς κάποιοι ηθελημένα ή μη υποκύπτουν στη λαγνεία της αυθαίρετης ερμηνείας της ιστοριογραφίας, σε μια προσπάθεια αποδόμησης της ίδιας της ιστορίας και μέσα από παραμορφωτικούς φακούς επιστημοφάνειας προσεγγίζουν τον πολυδιάστατο υπερχιλιόχρονο βίο του Ανατολικού Ρωμαϊκού Εξελληνισμένου Κράτους.
Είναι κοινή παραδοχή ότι για τον ερευνητή της αλήθειας δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο από αυτήν την ίδια την αλήθεια, αλλά η αλήθεια στη μελέτη της ιστορίας του Βυζαντίου πλατύνεται σε κοινωνικό αγαθό, γιατί φωτίζει πτυχές όπως η αρχιτεκτονική, η ορθόδοξη θεολογία, που επηρέασε ακόμη και τη μουσουλμανική θεολογία, η καλλιτεχνική έκφραση, η εκπαίδευση και οι επιστήμες μελέτης του κλασικού παρελθόντος με την αστείρευτη αρχαία ελληνική κληρονομιά, η πολεοδομία, το Δίκαιο, το εμπόριο, το οικονομικό σύστημα.
Η Λάμψη του Βυζαντίου, το Πνεύμα του Βυζαντίου, η Δόξα του Βυζαντίου όχι μόνο επέζησαν μετά την πτώση του 1453, αλλά διατρέχουν όλους τους αιώνες που μεσολάβησαν, διατηρώντας ζωντανή την κληρονομιά του τόσο στην Κεντρική Ευρώπη όσο στα Βαλκάνια, την σημερινή Τουρκία και στη Μέση ακόμα Ανατολή.
Τα παραπάνω πρέπει να τονίζονται όχι από έπαρση και άκρατο κομπασμό, από αστείρευτη προγονολατρεία ή άλλες κονωνικο-εθνικιστικές αντιλήψεις αλλά από σεβασμό στην ιστορία μας, από μίμηση προτύπων, από αποδοχή αξιών και αρχών, από αξιοποίηση των προϋπαρχουσών δυνατοτήτων του λαού μας.
Αυτός ο λαός ακόμη και σήμερα μπορεί, μέσα σε πνεύμα ενότητας και ομοψυχίας διδασκόμενος από τα ιστορικά του λάθη και αποφεύγοντας διχαστικούς ατραπούς, να προχωρήσει στο δύσκολο, συγκρουσιακό σημερινό κόσμο, δημιουργικά και αποτελεσματικά, γιατί οι δυνάμεις του, οι δυνάμεις του Οικουμενικού Ελληνισμού είναι αστείρευτες.
Αυτό επιδιώκουμε και μ’ αυτό το πνεύμα καλούμε σε εγρήγορση όλους.