Κυρίες και Κύριοι
Μέσα από τους βαθυστόχαστους τίτλους είναι αλήθεια ότι προσπαθούμε πολλές φορές να εγείρουμε το ενδιαφέρον των ομιλητών και του ακροατηρίου μας, άλλοτε πάλι να σηματοδοτήσουμε τη δράση μας και να επιστρατεύσουμε τις δυνάμεις μας για την επίτευξη του όποιου στόχου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τίτλο «Ελλάς – Ευρώπη – κόσμος. Ασφάλεια για τον πολίτη – Όραμα για το έθνος», εισάγεται στην συζήτησή μας μια συμπυκνωμένη επανάληψη θέσεων και προγραμμάτων, του κόμματός μας. Ορθών και αναγκαίων βεβαίως, θέσεων, πλην όμως ελάχιστα εφαρμοσμένων και δοκιμασμένων, στην πράξη και θέλω να πιστεύω ότι αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα και χαίρομαι ιδιαίτερα καθόσον αποτελεί σημαντική αναφορά προσυνεδριακή.
Η χώρα μας αποτέλεσε δυστυχώς «ξέφραγο αμπέλι» για να το πω λαϊκά και η κυβέρνηση μας ξεκινώντας από πέρσι με τις φιλότιμες προσπάθειες του υπουργού Δημόσιας Τάξης προσπαθεί να βάλει μια τάξη στον τομέα της τάξης, αναδεικνύοντας το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στον τομέα ευθύνης του, το μεταναστευτικό. Το μεταναστευτικό αυτό πρόβλημα που κατά γενική ομολογία αφέθηκε να ξεχειλώσει σε βαθμό επικίνδυνο, επηρεάζοντας όχι μόνο το έγκλημα και την ανομία αλλά δυστυχώς, διαμόρφωσε και διαμορφώνει συνειδήσεις, προκάλεσε και προκαλεί μίσος και ρατσισμό, υπέσκαψε και υποσκάπτει σε βάθος χρόνου, σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα ακόμα και αυτά τα ίδια τα εθνικά μας συμφέροντα, διάβρωσε και διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό και γέννησε και γεννά τερατουργήματα, βλέπε «χρυσή αυγή».
Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και αντί αυτή η προνομιακή και ευλογημένη συγκυρία να αποτελέσει πεδίο εγρήγορσης με στόχο την εξοικονόμηση οφέλους υπέρ της χώρας και του λαού της, δυστυχώς, η πολιτική διαχείριση των ζητημάτων εσωτερικής ασφαλείας, ήταν κατώτερη των περιστάσεων επί πολλά έτη. Εγκλωβισμένοι στη γεωπολιτική θέση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, με άλυτα ακόμα πλείστα όσα εθνικά ζητήματα, εν τέλει δεν έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα να χαράξουμε μια στρατηγική απογείωσης της Ελλάδας στον τομέα της ασφάλειας γενικότερα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το αγαθό της ασφάλειας του πολίτη έχει δεινοπαθήσει, χρόνια τώρα, στις συμπληγάδες ανερμάτιστων ελλειμματικών πολιτικών, παρωχημένων ιδεοληψιών και πολιτικών δογμάτων. Διότι για να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας και για να μην προσπερνάμε τόσο εύκολα το μείζον ζήτημα του μεταναστευτικού που προανέφερα, που αποτελεί και δυναμίτη στα θεμέλια της κοινωνίας μας, όπως έχει ειπωθεί πολύ εύστοχα από άλλους, μήπως και μόνον η Συμφωνία του Δουβλίνου, που μετατρέπει τη χώρα μας σε αποθήκη πεινασμένων και καταφρονεμένων ξένων εργατικών χεριών, δεν συνιστά μια υποκριτική διαδικασία δήθεν επίλυσης του προβλήματος;
Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ, αφορά στη λειτουργία και στην αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ασφαλείας. Έχοντας υπηρετήσει 3,5 δεκαετίες στην Ελληνική Αστυνομία τολμώ να καταθέσω την εμπειρία μου, συνοψίζοντάς την σε μια και μόνο φράση. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά με το θεσμό και ό,τι αυτός αντιπροσωπεύει. Εξ ου και η διόγκωση της διαφθοράς και εννοώ και της πολιτικής διαφθοράς, εξ ου και η διόγκωση της ανομίας, της έλλειψης σεβασμού προς τους εκπροσώπους του νόμου και της τάξης. Κατανοητά ζητήματα, έχουμε πρόσφατα παραδείγματα, δεν χρήζουν αναλύσεως.
Το τρίτο σημείο. Όραμα για το έθνος. Για ποιο όραμα να μιλήσουμε όταν η κοινωνική δικαιοσύνη, το βασικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ομαλά μια κοινωνία, έχει υποστεί ρωγμή λόγω και της οικονομικής θέσης που οδηγήθηκε η χώρα. Η έννοια της ασφάλειας είναι συνυφασμένη με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο. Αποτελεί προϋπόθεση των τελευταίων, αλλά την ίδια ώρα η έλλειψη των τελευταίων λειτουργεί ως θρυαλλίδα εκρηκτικών εξελίξεων.
Επομένως, το όποιο όραμα για το έθνος μας για να έχει στέρεες βάσεις πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ασφαλές περιβάλλον μιας χώρας, δηλαδή με την πολιτική που εφαρμόζεται σε αυτήν.
Για να είμαστε πραγματιστές οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες των συμπολιτών μας και να τους δίνουμε πειστικές απαντήσεις κατ’ αρχήν γύρω από τα καυτά ερωτήματα του σήμερα, όπως π.χ. πώς θα βγούμε σήμερα από την κρίση -προφανώς με τις λιγότερες δυνατές απώλειες- ώστε να είμαστε σε θέση να δρομολογήσουμε και να διασφαλίσουμε τις επιδιωκόμενες συνθήκες ευημερίας και ανάπτυξης.